βρώσιμος

βρώσιμος
η , ο [ος , ον ]
1) съедобный; 2) съестной

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "βρώσιμος" в других словарях:

  • βρώσιμος — eatable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρώσιμος — η, ο (AM βρώσιμος, ον) [βρώσις] ο κατάλληλος να φαγωθεί, φαγώσιμος …   Dictionary of Greek

  • βρώσιμος — η, ο ο φαγώσιμος: Δεν υπήρχαν άλλα βρώσιμα παρά ψωμί και ελιές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βρώσιμον — βρώσιμος eatable masc/fem acc sg βρώσιμος eatable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρωσίμοις — βρώσιμος eatable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρωσίμους — βρώσιμος eatable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρωσίμων — βρώσιμος eatable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρώσιμα — βρώσιμος eatable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρώσιμοι — βρώσιμος eatable masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • снедный — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  прил. (греч. βρώσιμος) употребляемый или годный в пищу.  … …   Словарь церковнославянского языка

  • εδανός — (I) ἑδανός, ή, όν (Α) (για το λάδι) εύγευστος, λαμπρός (πρβλ. και ηδανός). (II) ἐδανός, ή, όν (Α) 1. βρώσιμος, φαγώσιμος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐδανόν η τροφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. εδ τού έδω*] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»